Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενενηκονταετής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που έχει ηλικία ενενήντα ετών Βικιλεξικό
  2. που έχει διάρκεια ενενήντα ετών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενενηκονταετής < ελληνιστική κοινή ἐνενηκονταετής / ενενήκοντα + -ετής • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενενηκονταετής / ενενηκονταετής / ενενηκονταετέςενενηκονταετείς / ενενηκονταετείς / ενενηκονταετή
Γενικήενενηκονταετούς / ενενηκονταετούς / ενενηκονταετούςενενηκονταετών / ενενηκονταετών / ενενηκονταετών
Αιτιατικήενενηκονταετή / ενενηκονταετή / ενενηκονταετέςενενηκονταετείς / ενενηκονταετείς / ενενηκονταετή
Κλητικήενενηκονταετής / ενενηκονταετή / ενενηκονταετής / ενενηκονταετέςενενηκονταετείς / ενενηκονταετείς / ενενηκονταετή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →