Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενενηκοντούτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοενενηντάχρονος Βικιλεξικό
    • Η επιτυχής γήρανση αντιπροσωπεύεται από ενενηκοντούτηδες και υπεραιωνόβιους, που συχνά αποκαλύπτουν καλά διατηρημένες ανοσιακές παραμέτρους και παρουσιάζουν καλύτερους μηχανισμούς ελέγχου των φλεγμονωδών αντιδράσεων. (Α. Σταθάκη-Φερδερίγου, Ειδικά θέματα διαπίστευσης: Στόχοι και δείκτες ποιότητας στα διαγνωστικά εργαστήρια, 9ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Ελληνική Εταιρεία Κλινικής Χημείας-Κλινικής Βιοχημείας, Οκτώβριος 2010, Συμπληρωματικό Τεύχος 2 https://web.archive.org/web/20230415063038/https://eekx-kb.gr/pdf/9th_congress_abstracts.pdf)
    • Η Τζόι Χικς Γκίμπσον, λοιπόν, κατηγορεί τον Μελ ότι της επετέθη με αφορμή μια διαφωνία σε σχέση με την ιατρική αγωγή του υπερ-ενενηκοντούτη συζύγου της και πατέρα του (Καθημερινή, 05/07/2012 https://www.kathimerini.gr/life/style/81295/mad-mel/)

Ετυμολογία

ενενηκοντούτης < ελληνιστική κοινή ἐνενηκοντούτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενενηκοντούτηςενενηκοντούτηδες
Γενικήενενηκοντούτηενενηκοντούτηδων
Αιτιατικήενενηκοντούτηενενηκοντούτηδες
Κλητικήενενηκοντούτηενενηκοντούτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →