Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεπίγραφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρει επιγραφή Βικιλεξικό
    • Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)

Ετυμολογία

ενεπίγραφος < εν- + επιγραφ(ή) + -ος / καθαρεύουσα ἐνεπίγραφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεπίγραφοςενεπίγραφηενεπίγραφο
Γενικήενεπίγραφουενεπίγραφηςενεπίγραφου
Αιτιατικήενεπίγραφοενεπίγραφηενεπίγραφο
Κλητικήενεπίγραφεενεπίγραφηενεπίγραφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεπίγραφοιενεπίγραφεςενεπίγραφα
Γενικήενεπίγραφωνενεπίγραφωνενεπίγραφων
Αιτιατικήενεπίγραφουςενεπίγραφεςενεπίγραφα
Κλητικήενεπίγραφοιενεπίγραφεςενεπίγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →