Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεργειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την ενέργεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενεργειακός < ενέργει(α) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεργειακόςενεργειακήενεργειακό
Γενικήενεργειακούενεργειακήςενεργειακού
Αιτιατικήενεργειακόενεργειακήενεργειακό
Κλητικήενεργειακέενεργειακήενεργειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεργειακοίενεργειακέςενεργειακά
Γενικήενεργειακώνενεργειακώνενεργειακών
Αιτιατικήενεργειακούςενεργειακέςενεργειακά
Κλητικήενεργειακοίενεργειακέςενεργειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →