Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεργειοκρατία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φιλοσοφίαφιλοσοφική θεωρία που θεωρεί ως βάση κάθε φαινομένου την άυλη ιδιότητα της ενέργειας και δεν δέχεται την αυθυπαρξία της ύλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενεργειοκρατία < ενέργεια + -ο- + -κρατία (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική énergétisme < énergétique < αρχαία ελληνική ἐνεργητικός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενεργειοκρατίαενεργειοκρατίες
Γενικήενεργειοκρατίαςενεργειοκρατιών
Αιτιατικήενεργειοκρατίαενεργειοκρατίες
Κλητικήενεργειοκρατίαενεργειοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →