Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεργητική πυροπροστασία

/e.neɾ.ʝi.tiˈci pi.ɾo.pɾo.staˈsi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η προστασία ενός χώρου από εκδήλωση πυρκαγιάς, που σχετίζεται με εξοπλισμό που έχει σαν σκοπό να ανιχνεύσει και να εμποδίσει την επέκταση της φωτιάς, ή και να τη σβήσει πριν επεκταθεί, όπως λ.χ. το σύστημα ανιχνευτών καπνού, οι καταιονητήρες, οι πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές κ.τ.π.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενεργητική πυροπροστασία < ενεργητική + πυροπροστασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενεργητική πυροπροστασία—
Γενικήενεργητικής πυροπροστασίας—
Αιτιατικήενεργητική πυροπροστασία—
Κλητικήενεργητική πυροπροστασία—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →