ενεργητικό
•
- λογιστικήη συνολική αξία της περιουσίας και των απαιτήσεων μιας επιχείρησης σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις της, το παθητικό Βικιλεξικό
- Ενεργητικό = Περιουσιακά στοιχεία + Απαιτήσεις + Χρηματικά Διαθέσιμα
- όλες οι αρετές και θετικές ενέργειες κάποιου που του δίνουν αξία στα μάτια των άλλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενεργητικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ενεργητικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενεργητικό | ενεργητικά |
| Γενική | ενεργητικού | ενεργητικών |
| Αιτιατική | ενεργητικό | ενεργητικά |
| Κλητική | ενεργητικό | ενεργητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →