Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεργοποιώ

/e.neɾ.ɣo.piˈo/ρήμα
•
  1. μεταφορικάθέτω σε ενέργεια πρόσωπα ή υπηρεσίες Βικιλεξικό
  2. θέτω σε λειτουργία μηχανές ή συσκευές Βικιλεξικό
  3. καθιστώ ενεργή μια δυνατότητα ή μια διαδικασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενεργοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνεργοποιῶ, από το 1850 < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική activate και την γαλλική activer. Συγχρονικά αναλύεται σε ενεργ(ός) + -ο- + -ποιώ.

Άλλοι τύποι

ενεργοποίησεενεργοποιήθηκεενεργοποιημένοςενεργοποιούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →