ενεργοποιώ
•
- μεταφορικάθέτω σε ενέργεια πρόσωπα ή υπηρεσίες Βικιλεξικό
- θέτω σε λειτουργία μηχανές ή συσκευές Βικιλεξικό
- καθιστώ ενεργή μια δυνατότητα ή μια διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενεργοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνεργοποιῶ, από το 1850 < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική activate και την γαλλική activer. Συγχρονικά αναλύεται σε ενεργ(ός) + -ο- + -ποιώ.
Άλλοι τύποι
ενεργοποίησεενεργοποιήθηκεενεργοποιημένοςενεργοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →