ενεργούμενο
•
- πρόσωπο που δεν ενεργεί με δική του πρωτοβουλία, αλλά ακολουθεί τυφλά τις οδηγίες κάποιου άλλου Βικιλεξικό
- ενεργούμενο του Διαβόλου: πρόσωπο που κατέχεται από δαιμονικές δυνάμεις
Ετυμολογία
ενεργούμενο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνεργούμενον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἐνεργούμενος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενεργούμενο | ενεργούμενα |
| Γενική | ενεργουμένου / ενεργούμενου | ενεργουμένων |
| Αιτιατική | ενεργούμενο | ενεργούμενα |
| Κλητική | ενεργούμενο | ενεργούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →