ενεχυροδανείστρια
•
- οικονομίαθηλυκό του ενεχυροδανειστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενεχυροδανείστρια < ενεχυροδανειστής + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενεχυροδανείστρια | ενεχυροδανείστριες |
| Γενική | ενεχυροδανείστριας | ενεχυροδανειστριών |
| Αιτιατική | ενεχυροδανείστρια | ενεχυροδανείστριες |
| Κλητική | ενεχυροδανείστρια | ενεχυροδανείστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →