Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενζωοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κτηνιατρικήπου έχει σχέση με την ενζωοτία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενζωοτικός < ενζωοτ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενζωοτικόςενζωοτικήενζωοτικό
Γενικήενζωοτικούενζωοτικήςενζωοτικού
Αιτιατικήενζωοτικόενζωοτικήενζωοτικό
Κλητικήενζωοτικέενζωοτικήενζωοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενζωοτικοίενζωοτικέςενζωοτικά
Γενικήενζωοτικώνενζωοτικώνενζωοτικών
Αιτιατικήενζωοτικούςενζωοτικέςενζωοτικά
Κλητικήενζωοτικοίενζωοτικέςενζωοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →