ενζωοτικός
•
- κτηνιατρικήπου έχει σχέση με την ενζωοτία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενζωοτικός < ενζωοτ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενζωοτικός | ενζωοτική | ενζωοτικό |
| Γενική | ενζωοτικού | ενζωοτικής | ενζωοτικού |
| Αιτιατική | ενζωοτικό | ενζωοτική | ενζωοτικό |
| Κλητική | ενζωοτικέ | ενζωοτική | ενζωοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενζωοτικοί | ενζωοτικές | ενζωοτικά |
| Γενική | ενζωοτικών | ενζωοτικών | ενζωοτικών |
| Αιτιατική | ενζωοτικούς | ενζωοτικές | ενζωοτικά |
| Κλητική | ενζωοτικοί | ενζωοτικές | ενζωοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →