ενημερώνομαι
•
- λαμβάνω τις πιο πρόσφατες πληροφορίες για ένα θέμα, είμαι πληροφορημένος για αυτό Βικιλεξικό
- Είχε ενημερωθεί δίχως αμφιβολία η οιονεί πεθερά μου ακόμα και για τη ροπή μου προς την ουρολαγνεία, που άλλοτε την έβρισκε η Σύνθια σιχαμένη και άλλοτε ερεθιστική. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
- πληροφορικήγίνομαι, με πρόσθεση κώδικα ή με αντικατάσταση του υπάρχοντος, η πιο πρόσφατη έκδοση προγράμματος, εφαρμογής, κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενημερώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ενημερώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →