Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθέτω

ρήμα
•
  1. βάζω κάτι μέσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθέτω < μεσαιωνική ελληνική ενθέτω < αρχαία ελληνική ἐντίθημι < τίθημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενθέτωενθέτειςενθέτειενθέτουμεενθέτετεενθέτουν / ενθέτουνε
Παρατατικόςενέθεταενέθετεςενέθετεενθέταμεενθέτατεενέθεταν / ενθέταν / ενθέτανε
Αόριστοςενέθεσαενέθεσεςενέθεσεενθέσαμεενθέσατεενέθεσαν / ενθέσαν / ενθέσανε
Μέλλονταςθα ενθέσω / θα ενθέτωθα ενθέσεις / θα ενθέτειςθα ενθέσει / θα ενθέτειθα ενθέσουμε / θα ενθέτουμεθα ενθέσετε / θα ενθέτετεθα ενθέσουν / θα ενθέσουνε / θα ενθέτουν / θα ενθέτουνε
Παρακείμενοςέχω ενθέσειέχεις ενθέσειέχει ενθέσειέχουμε ενθέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ενθέσειείχες ενθέσειείχε ενθέσειείχαμε ενθέσει——
Υποτακτικήνα έχω ενθέσει / να ενθέσω / να ενθέτωνα έχεις ενθέσει / να ενθέσεις / να ενθέτειςνα έχει ενθέσει / να ενθέσει / να ενθέτεινα έχουμε ενθέσει / να ενθέσουμε / να ενθέτουμενα ενθέσετε / να ενθέτετενα ενθέσουν / να ενθέσουνε / να ενθέτουν / να ενθέτουνε
Προστακτική—έχε εντεθειμένο / ενέθεσε / ενέθετε——ενθέστε / ενθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →