ενθέτω
•
- βάζω κάτι μέσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθέτω < μεσαιωνική ελληνική ενθέτω < αρχαία ελληνική ἐντίθημι < τίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενθέτω | ενθέτεις | ενθέτει | ενθέτουμε | ενθέτετε | ενθέτουν / ενθέτουνε |
| Παρατατικός | ενέθετα | ενέθετες | ενέθετε | ενθέταμε | ενθέτατε | ενέθεταν / ενθέταν / ενθέτανε |
| Αόριστος | ενέθεσα | ενέθεσες | ενέθεσε | ενθέσαμε | ενθέσατε | ενέθεσαν / ενθέσαν / ενθέσανε |
| Μέλλοντας | θα ενθέσω / θα ενθέτω | θα ενθέσεις / θα ενθέτεις | θα ενθέσει / θα ενθέτει | θα ενθέσουμε / θα ενθέτουμε | θα ενθέσετε / θα ενθέτετε | θα ενθέσουν / θα ενθέσουνε / θα ενθέτουν / θα ενθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενθέσει | έχεις ενθέσει | έχει ενθέσει | έχουμε ενθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενθέσει | είχες ενθέσει | είχε ενθέσει | είχαμε ενθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενθέσει / να ενθέσω / να ενθέτω | να έχεις ενθέσει / να ενθέσεις / να ενθέτεις | να έχει ενθέσει / να ενθέσει / να ενθέτει | να έχουμε ενθέσει / να ενθέσουμε / να ενθέτουμε | να ενθέσετε / να ενθέτετε | να ενθέσουν / να ενθέσουνε / να ενθέτουν / να ενθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε εντεθειμένο / ενέθεσε / ενέθετε | — | — | ενθέστε / ενθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →