ενθετική
•
- τέχνηη τέχνη της διακόσμησης με την καλαίσθητη ένθεση διάφορων υλικών (πολύτιμων λίθων, μεταλλικών κομματιών κ.λπ.) σε επιφάνειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθετική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ενθετικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενθετική | ενθετικές |
| Γενική | ενθετικής | ενθετικών |
| Αιτιατική | ενθετική | ενθετικές |
| Κλητική | ενθετική | ενθετικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →