Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθουσιωδώς

επίρρημα
•
  1. λόγιομε ενθουσιώδη τρόπο, με πολύ όρεξη και χαρά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθουσιωδώς < ελληνιστική κοινή ἐνθουσιωδῶς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →