Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθυλάκωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθυλακώνω Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήη τεχνική της ενσωμάτωσης σε δομή δεδομένων (πχ. αντικείμενο) των λειτουργιών (πχ. μέθοδοι) που διαχειρίζονται τα δεδομένα της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθυλάκωση < ενθυλακώνω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενθυλάκωσηενθυλακώσεις
Γενικήενθυλάκωσηςενθυλακώσεων
Αιτιατικήενθυλάκωσηενθυλακώσεις
Κλητικήενθυλάκωσηενθυλακώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →