ενθυλάκωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθυλακώνω Βικιλεξικό
- πληροφορικήη τεχνική της ενσωμάτωσης σε δομή δεδομένων (πχ. αντικείμενο) των λειτουργιών (πχ. μέθοδοι) που διαχειρίζονται τα δεδομένα της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθυλάκωση < ενθυλακώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενθυλάκωση | ενθυλακώσεις |
| Γενική | ενθυλάκωσης | ενθυλακώσεων |
| Αιτιατική | ενθυλάκωση | ενθυλακώσεις |
| Κλητική | ενθυλάκωση | ενθυλακώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →