ενθυλακώνω
•
- λόγιοκερδίζω, εισπράττω, κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει, βάζω κάτι μέσα στην τσέπη μου Βικιλεξικό
- Μετράμε τα χαμένα δισεκατομμύρια, βρίσκουμε τους απατεώνες, απαιτούμε την επιστροφή των κονδυλίων που αντί να αξιοποιηθούν σε έργα, ενθυλακώθηκαν. (@tovima.gr)
Ετυμολογία
ενθυλακώνω < εν- + θύλακ(ος) + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική empocher)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενθυλακώνω | ενθυλακώνεις | ενθυλακώνει | ενθυλακώνουμε | ενθυλακώνετε | ενθυλακώνουν / ενθυλακώνουνε |
| Παρατατικός | ενθυλάκωνα | ενθυλάκωνες | ενθυλάκωνε | ενθυλακώναμε | ενθυλακώνατε | ενθυλάκωναν / ενθυλακώναν / ενθυλακώνανε |
| Αόριστος | ενθυλάκωσα | ενθυλάκωσες | ενθυλάκωσε | ενθυλακώσαμε | ενθυλακώσατε | ενθυλάκωσαν / ενθυλακώσαν / ενθυλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενθυλακώνω / θα ενθυλακώσω | θα ενθυλακώνεις / θα ενθυλακώσεις | θα ενθυλακώνει / θα ενθυλακώσει | θα ενθυλακώνουμε / θα ενθυλακώσουμε | θα ενθυλακώνετε / θα ενθυλακώσετε | θα ενθυλακώνουν / θα ενθυλακώνουνε / θα ενθυλακώσουν / θα ενθυλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενθυλακώσει | έχεις ενθυλακώσει | έχει ενθυλακώσει | έχουμε ενθυλακώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενθυλακώσει | είχες ενθυλακώσει | είχε ενθυλακώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενθυλακώσει / να ενθυλακώνω / να ενθυλακώσω | να έχεις ενθυλακώσει / να ενθυλακώνεις / να ενθυλακώσεις | να έχει ενθυλακώσει / να ενθυλακώνει / να ενθυλακώσει | να έχουμε ενθυλακώσει / να ενθυλακώνουμε / να ενθυλακώσουμε | να ενθυλακώνετε / να ενθυλακώσετε | να ενθυλακώνουν / να ενθυλακώνουνε / να ενθυλακώσουν / να ενθυλακώσουνε |
| Προστακτική | — | ενθυλάκωνε / ενθυλάκωσε | — | — | ενθυλακώνετε / ενθυλακώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενθυλακώθηκαενθυλακώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →