Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθυμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ενθύμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθυμητικός < μεσαιωνική ελληνική ἐνθυμητικός < αρχαία ελληνική ἐνθυμέομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθυμητικόςενθυμητικήενθυμητικό
Γενικήενθυμητικούενθυμητικήςενθυμητικού
Αιτιατικήενθυμητικόενθυμητικήενθυμητικό
Κλητικήενθυμητικέενθυμητικήενθυμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθυμητικοίενθυμητικέςενθυμητικά
Γενικήενθυμητικώνενθυμητικώνενθυμητικών
Αιτιατικήενθυμητικούςενθυμητικέςενθυμητικά
Κλητικήενθυμητικοίενθυμητικέςενθυμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →