ενιαυτός
•
- αρχαιοπρεπέςέτος, χρονιά, το ημερολογιακό έτος Βικιλεξικό
- oι δώδεκα μήνες του ενιαυτού
- Άρθρ. 10.-Το ημερολόγιον και το των απογραφών βιβλίον πρέπει να μονογραφώνται και να θεωρώνται άπαξ του ενιαυτού.
- Απόσπασμα εμπορικού νόμου. Κωνσταντίνος Κουλογιάννης, άρθρο «Η τήρηση των εμπορικών-λογιστικών βιβλίων από το 1835 έως το 1948 - Ο εμπορικός νόμος και το χαρτόσημο» taxheaven.gr, 2019.02.34.
- κατ’ επέκτασηεπέτειος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενιαυτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνιαυτός (έτος, επέτειος) αβέβαιης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενιαυτός | ενιαυτοί |
| Γενική | ενιαυτού | ενιαυτών |
| Αιτιατική | ενιαυτό | ενιαυτούς |
| Κλητική | ενιαυτέ | ενιαυτοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →