ενιαχού
•
- αρχαιοπρεπέςσε ορισμένους τόπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενιαχού < αρχαία ελληνική ἐνιαχοῦ < ἔνιοι < εἷς < πρωτοελληνική *hens < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sḗm / *smih₂ (ένας, εἷς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →