εννιάμερα
•
- λαογραφίαμνημόσυνο την ένατη μέρα από τον θάνατο κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εννιάμερα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐννιάμερα, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἐννιάμερος < ἐννιά + μέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εννιάμερα | εννιάμερα |
| Γενική | — | εννιάμερων |
| Αιτιατική | — | εννιάμερα |
| Κλητική | — | εννιάμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →