εννιάρα
•
- προφορικόσύνολο ή αποτέλεσμα που ανέρχεται σε εννέα ομοειδείς μονάδες, ιδίως ως έμφαση σε πλήθος ή επίδοση Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςπειθαρχική ποινή διάρκειας εννέα ημερών, συνήθως επιβαλλόμενη σε στρατιώτες Βικιλεξικό
- παρωχημένολαϊκό επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής για δύο παίκτες, στο οποίο χρησιμοποιούνται εννέα πιόνια για κάθε πλευρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εννιάρα < εννιά + -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εννιάρα | εννιάρες |
| Γενική | εννιάρας | εννιάρων |
| Αιτιατική | εννιάρα | εννιάρες |
| Κλητική | εννιάρα | εννιάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →