Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εννιακοσάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γενικότερασύνολο που αποτελείται από εννιακόσιες ομοειδείς μονάδες, θεωρούμενο ως ενιαία ποσότητα Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραχρηματικό ποσό ύψους εννιακοσίων (ή, κατά περίπτωση, εννιακοσίων χιλιάδων) μονάδων του εκάστοτε νομίσματος, εκφρασμένο με συνοπτικό και οικείο τρόπο Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηποσό κοντά στις εννιακόσιες μονάδες, χρησιμοποιούμενο συχνά με κάποια προσέγγιση ή στρογγυλοποίηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εννιακοσάρι < εννιακόσια + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεννιακοσάριεννιακοσάρια
Γενικήεννιακοσαριούεννιακοσαριών
Αιτιατικήεννιακοσάριεννιακοσάρια
Κλητικήεννιακοσάριεννιακοσάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →