εννιακοσάρι
•
- γενικότερασύνολο που αποτελείται από εννιακόσιες ομοειδείς μονάδες, θεωρούμενο ως ενιαία ποσότητα Βικιλεξικό
- ειδικότεραχρηματικό ποσό ύψους εννιακοσίων (ή, κατά περίπτωση, εννιακοσίων χιλιάδων) μονάδων του εκάστοτε νομίσματος, εκφρασμένο με συνοπτικό και οικείο τρόπο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηποσό κοντά στις εννιακόσιες μονάδες, χρησιμοποιούμενο συχνά με κάποια προσέγγιση ή στρογγυλοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εννιακοσάρι < εννιακόσια + -άρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εννιακοσάρι | εννιακοσάρια |
| Γενική | εννιακοσαριού | εννιακοσαριών |
| Αιτιατική | εννιακοσάρι | εννιακοσάρια |
| Κλητική | εννιακοσάρι | εννιακοσάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →