Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εννιακοσαριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόποσότητα κατά προσέγγιση εννιακοσίων ομοειδών μονάδων —συνήθως προσώπων ή πραγμάτων— εκφρασμένη με αόριστο και προφορικό τρόπο, συχνά με τη σημασία «περίπου τόσοι» ή «γύρω στα εννιακόσια» Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εννιακοσαριά < εννιακόσια + -αριά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεννιακοσαριάεννιακοσαριές
Γενικήεννιακοσαριάςεννιακοσαριών
Αιτιατικήεννιακοσαριάεννιακοσαριές
Κλητικήεννιακοσαριάεννιακοσαριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →