Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εννιακοσιοστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. το τακτικό αριθμητικό που αντιστοιχεί στον αριθμό εννιακόσια Βικιλεξικό
  2. ο ένας από τους εννιακόσιους ίσους όρους ενός συνόλου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εννιακοσιοστός < εννιακόσια

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεννιακοσιοστόςεννιακοσιοστήεννιακοσιοστό
Γενικήεννιακοσιοστούεννιακοσιοστήςεννιακοσιοστού
Αιτιατικήεννιακοσιοστόεννιακοσιοστήεννιακοσιοστό
Κλητικήεννιακοσιοστέεννιακοσιοστήεννιακοσιοστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεννιακοσιοστοίεννιακοσιοστέςεννιακοσιοστά
Γενικήεννιακοσιοστώνεννιακοσιοστώνεννιακοσιοστών
Αιτιατικήεννιακοσιοστούςεννιακοσιοστέςεννιακοσιοστά
Κλητικήεννιακοσιοστοίεννιακοσιοστέςεννιακοσιοστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →