ενοποιούμαι
•
- γίνομαι ενιαίος Βικιλεξικό
- ενοποιούνται υπηρεσίες, χώροι, κλάδοι, τομείς
Ετυμολογία
ενοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ενοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενοποιούμαι | ενοποιείσαι | ενοποιείται | ενοποιούμαστε | ενοποιείστε | ενοποιούνται |
| Παρατατικός | ενοποιούμουν | ενοποιούσουν | ενοποιούνταν | ενοποιούμασταν / ενοποιούμαστε | ενοποιούσασταν / ενοποιούσαστε | ενοποιούνταν |
| Αόριστος | ενοποιήθηκα | ενοποιήθηκες | ενοποιήθηκε | ενοποιηθήκαμε | ενοποιηθήκατε | ενοποιήθηκαν / ενοποιηθήκαν / ενοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ενοποιηθώ / θα ενοποιούμαι | θα ενοποιείσαι / θα ενοποιηθείς | θα ενοποιείται / θα ενοποιηθεί | θα ενοποιηθούμε / θα ενοποιούμαστε | θα ενοποιείστε / θα ενοποιηθείτε | θα ενοποιηθούν / θα ενοποιηθούνε / θα ενοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ενοποιηθεί | έχεις ενοποιηθεί | έχει ενοποιηθεί | έχουμε ενοποιηθεί | έχετε ενοποιηθεί | έχουν ενοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενοποιηθεί | είχες ενοποιηθεί | είχε ενοποιηθεί | είχαμε ενοποιηθεί | είχατε ενοποιηθεί | είχαν ενοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ενοποιηθεί / να ενοποιηθώ / να ενοποιούμαι | να έχεις ενοποιηθεί / να ενοποιείσαι / να ενοποιηθείς | να έχει ενοποιηθεί / να ενοποιείται / να ενοποιηθεί | να έχουμε ενοποιηθεί / να ενοποιηθούμε / να ενοποιούμαστε | να έχετε ενοποιηθεί / να ενοποιείστε / να ενοποιηθείτε | να έχουν ενοποιηθεί / να ενοποιηθούν / να ενοποιηθούνε / να ενοποιούνται |
| Προστακτική | — | ενοποιήσου | — | — | ενοποιείστε / ενοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →