ενορμητικός
•
- ψυχανάλυσηπου έχει σχέση με ενόρμηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενορμητικός < ενόρμηση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενορμητικός | ενορμητική | ενορμητικό |
| Γενική | ενορμητικού | ενορμητικής | ενορμητικού |
| Αιτιατική | ενορμητικό | ενορμητική | ενορμητικό |
| Κλητική | ενορμητικέ | ενορμητική | ενορμητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενορμητικοί | ενορμητικές | ενορμητικά |
| Γενική | ενορμητικών | ενορμητικών | ενορμητικών |
| Αιτιατική | ενορμητικούς | ενορμητικές | ενορμητικά |
| Κλητική | ενορμητικοί | ενορμητικές | ενορμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →