Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενορμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ψυχανάλυσηπου έχει σχέση με ενόρμηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενορμητικός < ενόρμηση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενορμητικόςενορμητικήενορμητικό
Γενικήενορμητικούενορμητικήςενορμητικού
Αιτιατικήενορμητικόενορμητικήενορμητικό
Κλητικήενορμητικέενορμητικήενορμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενορμητικοίενορμητικέςενορμητικά
Γενικήενορμητικώνενορμητικώνενορμητικών
Αιτιατικήενορμητικούςενορμητικέςενορμητικά
Κλητικήενορμητικοίενορμητικέςενορμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →