ενορχηστρώνω
•
- μουσικήδιαμορφώνω μια μουσική σύνθεση έτσι ώστε να μπορεί να παιχθεί από τα όργανα μιας ορχήστρας Βικιλεξικό
- μεταφορικάοργανώνω, προετοιμάζω, συντονίζω κάποια πράγματα ώστε να επιτύχω έναν στόχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενορχηστρώνω < εν + ορχήστρ(α) + -ώνω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική orchestrer
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →