ενοχή
•
- η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη Βικιλεξικό
- ο εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου
- και στον πληθυντικόη κατάσταση κατά την οποία κάποιος μέμφεται τον εαυτό του για πράξη ή παράλειψή του - το συναίσθημα που συνοδεύει αυτήν την κατάσταση Βικιλεξικό
- δεν πρέπει να νιώθεις ενοχές, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε για να βοηθήσεις
- η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή αυτής της παράλειψης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενοχή < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐνοχή < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενοχή | ενοχές |
| Γενική | ενοχής | ενοχών |
| Αιτιατική | ενοχή | ενοχές |
| Κλητική | ενοχή | ενοχές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →