ενοχοποιούμαι
•
- με καθιστούν ένοχο για κάτι ενώ δεν είμαι, παρουσιάζουν στοιχεία πλαστά ώστε να με επιβαρύνουν με ευθύνη που δεν είναι δική μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενοχοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ενοχοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενοχοποιούμαι | ενοχοποιείσαι | ενοχοποιείται | ενοχοποιούμαστε | ενοχοποιείστε | ενοχοποιούνται |
| Παρατατικός | ενοχοποιούμουν | ενοχοποιούσουν | ενοχοποιούνταν | ενοχοποιούμασταν / ενοχοποιούμαστε | ενοχοποιούσασταν / ενοχοποιούσαστε | ενοχοποιούνταν |
| Αόριστος | ενοχοποιήθηκα | ενοχοποιήθηκες | ενοχοποιήθηκε | ενοχοποιηθήκαμε | ενοχοποιηθήκατε | ενοχοποιήθηκαν / ενοχοποιηθήκαν / ενοχοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ενοχοποιηθώ / θα ενοχοποιούμαι | θα ενοχοποιείσαι / θα ενοχοποιηθείς | θα ενοχοποιείται / θα ενοχοποιηθεί | θα ενοχοποιηθούμε / θα ενοχοποιούμαστε | θα ενοχοποιείστε / θα ενοχοποιηθείτε | θα ενοχοποιηθούν / θα ενοχοποιηθούνε / θα ενοχοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ενοχοποιηθεί | έχεις ενοχοποιηθεί | έχει ενοχοποιηθεί | έχουμε ενοχοποιηθεί | έχετε ενοχοποιηθεί | έχουν ενοχοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενοχοποιηθεί | είχες ενοχοποιηθεί | είχε ενοχοποιηθεί | είχαμε ενοχοποιηθεί | είχατε ενοχοποιηθεί | είχαν ενοχοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ενοχοποιηθεί / να ενοχοποιηθώ / να ενοχοποιούμαι | να έχεις ενοχοποιηθεί / να ενοχοποιείσαι / να ενοχοποιηθείς | να έχει ενοχοποιηθεί / να ενοχοποιείται / να ενοχοποιηθεί | να έχουμε ενοχοποιηθεί / να ενοχοποιηθούμε / να ενοχοποιούμαστε | να έχετε ενοχοποιηθεί / να ενοχοποιείστε / να ενοχοποιηθείτε | να έχουν ενοχοποιηθεί / να ενοχοποιηθούν / να ενοχοποιηθούνε / να ενοχοποιούνται |
| Προστακτική | — | ενοχοποιήσου | — | — | ενοχοποιείστε / ενοχοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →