ενσακίζω
•
- σπάνιοτοποθετώ σε σάκους / σακούλες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσακίζω < εν- + σάκος + -ίζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ensacher)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενσακίζω | ενσακίζεις | ενσακίζει | ενσακίζουμε | ενσακίζετε | ενσακίζουν / ενσακίζουνε |
| Παρατατικός | ενσάκιζα | ενσάκιζες | ενσάκιζε | ενσακίζαμε | ενσακίζατε | ενσάκιζαν / ενσακίζαν / ενσακίζανε |
| Αόριστος | ενσάκισα | ενσάκισες | ενσάκισε | ενσακίσαμε | ενσακίσατε | ενσάκισαν / ενσακίσαν / ενσακίσανε |
| Μέλλοντας | θα ενσακίζω / θα ενσακίσω | θα ενσακίζεις / θα ενσακίσεις | θα ενσακίζει / θα ενσακίσει | θα ενσακίζουμε / θα ενσακίσουμε | θα ενσακίζετε / θα ενσακίσετε | θα ενσακίζουν / θα ενσακίζουνε / θα ενσακίσουν / θα ενσακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενσακίσει | έχεις ενσακίσει | έχει ενσακίσει | έχουμε ενσακίσει | έχετε ενσακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενσακίσει | είχες ενσακίσει | είχε ενσακίσει | είχαμε ενσακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενσακίσει / να ενσακίζω / να ενσακίσω | να έχεις ενσακίσει / να ενσακίζεις / να ενσακίσεις | να έχει ενσακίσει / να ενσακίζει / να ενσακίσει | να έχουμε ενσακίσει / να ενσακίζουμε / να ενσακίσουμε | να έχετε ενσακίσει / να ενσακίζετε / να ενσακίσετε | να ενσακίζουν / να ενσακίζουνε / να ενσακίσουν / να ενσακίσουνε |
| Προστακτική | — | ενσάκιζε / ενσάκισε | — | — | ενσακίζετε / ενσακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →