ενσιροδιανομέας
•
- μηχάνημα ή κατασκευή που χρησιμοποιείται για την ανάμειξη, μεταφορά και διανομή τροφής για σταβλισμένα ή άλλα ζώα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσιροδιανομέας < εν- + σιρ(ός) + -ο- + διανομέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενσιροδιανομέας | ενσιροδιανομείς |
| Γενική | ενσιροδιανομέα | ενσιροδιανομέων |
| Αιτιατική | ενσιροδιανομέα | ενσιροδιανομείς |
| Κλητική | ενσιροδιανομέα | ενσιροδιανομείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →