ενστάλαξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενσταλάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενστάλαξη < ενσταλάζω, ενσταλακ- + -σις > -ξις > -ξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενστάλαξη | ενσταλάξεις |
| Γενική | ενστάλαξης | ενσταλάξεων |
| Αιτιατική | ενστάλαξη | ενσταλάξεις |
| Κλητική | ενστάλαξη | ενσταλάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →