ενσταντανέ
•
- η φωτογράφιση σε συγκεκριμένη στιγμή, στιγμιαία φωτογραφία Βικιλεξικό
- το στιγμιότυπο Βικιλεξικό
- Μάταια ο απισχνασμένος νέος που αντικρίζει από τα κάγκελα του παραθύρου τη θορυβώδη βοή της Μεσογείων ψάχνει για πιο παλιές αναμνήσεις, για κάποιες ανέμελες στιγμές χαραγμένες ανεξίτηλα σε παιδικά πάρτυ, για ενσταντανέ παιχνιδιάρικης επάρκειας.
- η αποτύπωση μιας σκηνής όπως συμβαίνει αυθόρμητα, χωρίς σκηνοθεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσταντανέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική instantané Συγκρίνετε με το στιγμιογράφηση και το στιγμιότυπο.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →