Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενστικτωδώς

επίρρημα
•
  1. χρησιμοποιώντας το ένστικτο, με ενστικτώδη τρόπο Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Χρήστος Χωμενίδης, 1966‑ Νεαρό άσπρο ελάφι, αρχική δημοσίευση: (2016), εκδόσεις: Πατάκη, ISBN 9789601667744, @google.gr/books

Ετυμολογία

ενστικτωδώς < ενστικτώδ(ης) + -ώς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →