ενστόμισμα
•
- αρχαιοπρεπέςοτιδήποτε τοποθετείται στο στόμα Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςχαλινάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενστόμισμα < ελληνιστική κοινή ἐνστόμισμα < αρχαία ελληνική στόμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενστόμισμα | ενστομίσματα |
| Γενική | ενστομίσματος | ενστομισμάτων |
| Αιτιατική | ενστόμισμα | ενστομίσματα |
| Κλητική | ενστόμισμα | ενστομίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →