Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενσυναισθητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ενσυναίσθηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενσυναισθητικός < ενσυναίσθη(ση) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενσυναισθητικόςενσυναισθητικήενσυναισθητικό
Γενικήενσυναισθητικούενσυναισθητικήςενσυναισθητικού
Αιτιατικήενσυναισθητικόενσυναισθητικήενσυναισθητικό
Κλητικήενσυναισθητικέενσυναισθητικήενσυναισθητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενσυναισθητικοίενσυναισθητικέςενσυναισθητικά
Γενικήενσυναισθητικώνενσυναισθητικώνενσυναισθητικών
Αιτιατικήενσυναισθητικούςενσυναισθητικέςενσυναισθητικά
Κλητικήενσυναισθητικοίενσυναισθητικέςενσυναισθητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →