ενσυναισθητικός
•
- που έχει σχέση με την ενσυναίσθηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσυναισθητικός < ενσυναίσθη(ση) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενσυναισθητικός | ενσυναισθητική | ενσυναισθητικό |
| Γενική | ενσυναισθητικού | ενσυναισθητικής | ενσυναισθητικού |
| Αιτιατική | ενσυναισθητικό | ενσυναισθητική | ενσυναισθητικό |
| Κλητική | ενσυναισθητικέ | ενσυναισθητική | ενσυναισθητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενσυναισθητικοί | ενσυναισθητικές | ενσυναισθητικά |
| Γενική | ενσυναισθητικών | ενσυναισθητικών | ενσυναισθητικών |
| Αιτιατική | ενσυναισθητικούς | ενσυναισθητικές | ενσυναισθητικά |
| Κλητική | ενσυναισθητικοί | ενσυναισθητικές | ενσυναισθητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →