ενσφηνώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ενσφηνώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενσφηνώνομαι | ενσφηνώνεσαι | ενσφηνώνεται | ενσφηνωνόμαστε | ενσφηνώνεστε | ενσφηνώνονται |
| Παρατατικός | ενσφηνωνόμουν / ενσφηνωνόμουνα | ενσφηνωνόσουν / ενσφηνωνόσουνα | ενσφηνωνόταν / ενσφηνωνότανε | ενσφηνωνόμασταν / ενσφηνωνόμαστε | ενσφηνωνόσασταν / ενσφηνωνόσαστε | ενσφηνωνόντουσαν / ενσφηνώνονταν |
| Αόριστος | ενσφηνώθηκα | ενσφηνώθηκες | ενσφηνώθηκε | ενσφηνωθήκαμε | ενσφηνωθήκατε | ενσφηνωθήκαν / ενσφηνωθήκανε / ενσφηνώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα ενσφηνωθώ / θα ενσφηνώνομαι | θα ενσφηνωθείς / θα ενσφηνώνεσαι | θα ενσφηνωθεί / θα ενσφηνώνεται | θα ενσφηνωθούμε / θα ενσφηνωνόμαστε | θα ενσφηνωθείτε / θα ενσφηνώνεστε | θα ενσφηνωθούν / θα ενσφηνωθούνε / θα ενσφηνώνονται |
| Παρακείμενος | έχω ενσφηνωθεί | έχεις ενσφηνωθεί | έχει ενσφηνωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενσφηνωθεί | είχες ενσφηνωθεί | είχε ενσφηνωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενσφηνωθεί / να ενσφηνωθώ / να ενσφηνώνομαι | να έχεις ενσφηνωθεί / να ενσφηνωθείς / να ενσφηνώνεσαι | να έχει ενσφηνωθεί / να ενσφηνωθεί / να ενσφηνώνεται | να ενσφηνωθούμε / να ενσφηνωνόμαστε | να ενσφηνωθείτε / να ενσφηνώνεστε | να ενσφηνωθούν / να ενσφηνωθούνε / να ενσφηνώνονται |
| Προστακτική | — | ενσφηνώνου / ενσφηνώσου | — | — | ενσφηνωθείτε / ενσφηνώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →