ενσφράγιστος
•
- λόγιοπου έχει σφραγιστεί μέσα σε φάκελο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσφράγιστος < (ελληνιστική κοινή ἐνσφραγίζω) ἐνσφραγισ- + -τος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική cacheté)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενσφράγιστος | ενσφράγιστη | ενσφράγιστο |
| Γενική | ενσφράγιστου | ενσφράγιστης | ενσφράγιστου |
| Αιτιατική | ενσφράγιστο | ενσφράγιστη | ενσφράγιστο |
| Κλητική | ενσφράγιστε | ενσφράγιστη | ενσφράγιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενσφράγιστοι | ενσφράγιστες | ενσφράγιστα |
| Γενική | ενσφράγιστων | ενσφράγιστων | ενσφράγιστων |
| Αιτιατική | ενσφράγιστους | ενσφράγιστες | ενσφράγιστα |
| Κλητική | ενσφράγιστοι | ενσφράγιστες | ενσφράγιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →