Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενσώματος

/enˈso.ma.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε σώμα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου έχει υλική υπόσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενσώματος < ελληνιστική κοινή ἐνσώματος < αρχαία ελληνική σῶμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενσώματοςενσώματή / ενσώματηενσώματο
Γενικήενσώματουενσώματηςενσώματου
Αιτιατικήενσώματοενσώματηενσώματο
Κλητικήενσώματεενσώματηενσώματο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενσώματοιενσώματεςενσώματα
Γενικήενσώματωνενσώματωνενσώματων
Αιτιατικήενσώματουςενσώματεςενσώματα
Κλητικήενσώματοιενσώματεςενσώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →