Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντάφιος

/enˈda.fi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε τάφο (μέσα, πάνω, γύρω κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τον ενταφιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντάφιος < αρχαία ελληνική ἐντάφιος < τάφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεντάφιοςεντάφιαεντάφιο
Γενικήεντάφιουεντάφιαςεντάφιου
Αιτιατικήεντάφιοεντάφιαεντάφιο
Κλητικήεντάφιεεντάφιαεντάφιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεντάφιοιεντάφιεςεντάφια
Γενικήεντάφιωνεντάφιωνεντάφιων
Αιτιατικήεντάφιουςεντάφιεςεντάφια
Κλητικήεντάφιοιεντάφιεςεντάφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →