εντάφιος
•
- που βρίσκεται σε τάφο (μέσα, πάνω, γύρω κ.λπ.) Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τον ενταφιασμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντάφιος < αρχαία ελληνική ἐντάφιος < τάφος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντάφιος | εντάφια | εντάφιο |
| Γενική | εντάφιου | εντάφιας | εντάφιου |
| Αιτιατική | εντάφιο | εντάφια | εντάφιο |
| Κλητική | εντάφιε | εντάφια | εντάφιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντάφιοι | εντάφιες | εντάφια |
| Γενική | εντάφιων | εντάφιων | εντάφιων |
| Αιτιατική | εντάφιους | εντάφιες | εντάφια |
| Κλητική | εντάφιοι | εντάφιες | εντάφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →