Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντατικολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τον εντατικολόγο ή την εντατικολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντατικολογικός < εντατικολόγος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεντατικολογικόςεντατικολογικήεντατικολογικό
Γενικήεντατικολογικούεντατικολογικήςεντατικολογικού
Αιτιατικήεντατικολογικόεντατικολογικήεντατικολογικό
Κλητικήεντατικολογικέεντατικολογικήεντατικολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεντατικολογικοίεντατικολογικέςεντατικολογικά
Γενικήεντατικολογικώνεντατικολογικώνεντατικολογικών
Αιτιατικήεντατικολογικούςεντατικολογικέςεντατικολογικά
Κλητικήεντατικολογικοίεντατικολογικέςεντατικολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →