εντατικολογικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τον εντατικολόγο ή την εντατικολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντατικολογικός < εντατικολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντατικολογικός | εντατικολογική | εντατικολογικό |
| Γενική | εντατικολογικού | εντατικολογικής | εντατικολογικού |
| Αιτιατική | εντατικολογικό | εντατικολογική | εντατικολογικό |
| Κλητική | εντατικολογικέ | εντατικολογική | εντατικολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντατικολογικοί | εντατικολογικές | εντατικολογικά |
| Γενική | εντατικολογικών | εντατικολογικών | εντατικολογικών |
| Αιτιατική | εντατικολογικούς | εντατικολογικές | εντατικολογικά |
| Κλητική | εντατικολογικοί | εντατικολογικές | εντατικολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →