Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντατικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντατικοποιώ Βικιλεξικό
    • Υπάρχει μια φράση του Θουκυδίδη - κόκκινο πανί για τους απανταχού βολεψιματίες της ήσσονος προσπάθειας, τους πολέμιους της εντατικοποίησης και τους αλλεργικούς στην αριστείας. (Γιώργος Ι. Κωστούλας, Η Μεσαία Τάξη: Μεταξύ των άλλων και μια αυτοδίδακτη παιδαγωγός, 15/9/2025 https://www.capital.gr/me-apopsi/3943497/3943497-i-mesaia-taxi-metaxu-ton-allon-kai-mia-autodidakti-paidagogos/)

Ετυμολογία

εντατικοποίηση < εντατικοποιώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεντατικοποίησηεντατικοποιήσεις
Γενικήεντατικοποίησηςεντατικοποιήσεων
Αιτιατικήεντατικοποίησηεντατικοποιήσεις
Κλητικήεντατικοποίησηεντατικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →