Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντεύθεν

/e(n)ˈde.fθen/πρόθεση
•
  1. με γενικήγια χώρο που εκτείνεται από ορισμένο τοπικό σημείο και προς την θέση του ομιλητή· από εδώ, από αυτό το σημείο και πέρα Βικιλεξικό
    • εντεύθεν του Δουνάβεως
    • εντεύθεν και εκείθεν των συνόρων

Ετυμολογία

εντεύθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐντεῦθεν.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εντεύθεν

/e(n)ˈde.fθen/επίρρημα
•
  1. τοπικό επίρρημααπό αυτό το τοπικό σημείο και πέρα Βικιλεξικό
    • εντεύθεν και εκείθεν
  2. χρονικό επίρρημααπό αυτό το χρονικό σημείο και μετά Βικιλεξικό
    • Από το 2015 και εντεύθεν.
    • Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδοση, Ελληνικό Κέντρο Αργυροχρυσοχοΐας, 1995, σελ. 15)
  3. επιθετικοποιημένοαυτός που προκύπτει, απορρέει από κάτι Βικιλεξικό
    • η ζημία και η εντεύθεν αποζημίωση

Ετυμολογία

εντεύθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐντεῦθεν.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →