εντεύθεν
•
- με γενικήγια χώρο που εκτείνεται από ορισμένο τοπικό σημείο και προς την θέση του ομιλητή· από εδώ, από αυτό το σημείο και πέρα Βικιλεξικό
- εντεύθεν του Δουνάβεως
- εντεύθεν και εκείθεν των συνόρων
Ετυμολογία
εντεύθεν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐντεῦθεν.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →