εντολή
•
- η διαταγή ή η παραγγελία που δίνεται επιτακτικά από κάποιον ανώτερο σε κάποιον κατώτερο για την εκτέλεση μιας πράξης Βικιλεξικό
- πολιτικήη εξουσιοδότηση για την εφαρμογή μιας πολιτικής, που παρέχεται από το σώμα των εκλεκτόρων ή από αυτόν που κατά το Σύνταγμα κατέχει την ανώτατη πολιτική εξουσία στα κόμματα και στους εκπροσώπους τους Βικιλεξικό
- ο πρόεδρος τής Δημοκρατίας έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο κόμμα που νίκησε στις εκλογές
- νομικός όροςη σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεκπεραιώσει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας Βικιλεξικό
- οικονομίατο χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από την τράπεζα κατόπιν εξουσιοδότησής της από κάποιον οφειλέτη Βικιλεξικό
- πληροφορικήcommand: εντολή που δίδεται σε λειτουργικό σύστημα ή σε ένα πρόγραμμα ή γενικότερα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή για να εκτελέσει κάποια λειτουργία Βικιλεξικό
- πληροφορικήinstruction: εντολή ή ομάδα εντολών στη γλώσσα μηχανής που εκτελούν κάποια απλή λειτουργία στη κεντρική μονάδα επεξεργασίας Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςstatement: εντολή στον κώδικα μιας γλώσσας προγραμματισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντολή < αρχαία ελληνική ἐντολή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντολή | εντολές |
| Γενική | εντολής | εντολών |
| Αιτιατική | εντολή | εντολές |
| Κλητική | εντολή | εντολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →