Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντοπιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που εντοπίζει κάτι κατ΄ απόσταση ή διεύθυνση ή και τα δύο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντοπιστής < εντοπίζω + -ιστής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεντοπιστήςεντοπιστές
Γενικήεντοπιστήεντοπιστών
Αιτιατικήεντοπιστήεντοπιστές
Κλητικήεντοπιστήεντοπιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →