εντοπιστής
•
- αυτός που εντοπίζει κάτι κατ΄ απόσταση ή διεύθυνση ή και τα δύο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντοπιστής < εντοπίζω + -ιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντοπιστής | εντοπιστές |
| Γενική | εντοπιστή | εντοπιστών |
| Αιτιατική | εντοπιστή | εντοπιστές |
| Κλητική | εντοπιστή | εντοπιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →