εντοπιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εντοπισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντοπιστικός < εντοπίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντοπιστικός | εντοπιστική | εντοπιστικό |
| Γενική | εντοπιστικού | εντοπιστικής | εντοπιστικού |
| Αιτιατική | εντοπιστικό | εντοπιστική | εντοπιστικό |
| Κλητική | εντοπιστικέ | εντοπιστική | εντοπιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντοπιστικοί | εντοπιστικές | εντοπιστικά |
| Γενική | εντοπιστικών | εντοπιστικών | εντοπιστικών |
| Αιτιατική | εντοπιστικούς | εντοπιστικές | εντοπιστικά |
| Κλητική | εντοπιστικοί | εντοπιστικές | εντοπιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →