εντορμία
•
- τεχνολογίατρόπος συναρμογής δύο ή περισσότερων ξύλων, με την τοποθέτηση του ενός σε ειδική κοιλότητα των άλλων Βικιλεξικό
- Το μόνο ίσως μειονέκτημα της ευρύτατης διάδοσης του τιτανίου είναι ότι δεν χρησιμοποιείται πια ο μόλυβδος για το υλικό που παρεμβάλλεται μεταξύ εντορμίας και συνδετήριου στοιχείου, αλλά τσιμεντοκονίαμα, ως απόρροια του κίνδυνου της γαλβανικής διάβρωσης του τιτανίου στις περιπτώσεις που έρχεται σε επαφή με άλλα μέταλλα.
- Η σύζευξη των ξύλων και συναρμογή γινόταν συνήθως ″δια γομφώσεως, πήξεως, ή και εντορμίας″ (πατούρα, γκινισιά), δηλαδή με τη διείσδυση του τμήματος ή γλώσσας του ενός ξύλου εντός της αντίστοιχης εσοχής (Εικ. 14,15) ή ακόμη με πελεκόμορφη αντίστοιχη τομή (″πελεκίνου″) σε κάθε ένα από τα συνδεόμενα ξύλα.
Ετυμολογία
εντορμία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα: μαρτυρείται από το 1850 στον πληθυντικό ἐντορμίαι στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + τόρμ(ος) + -ία < αρχαία ελληνική τόρμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντορμία | εντορμίες |
| Γενική | εντορμίας | εντορμιών |
| Αιτιατική | εντορμία | εντορμίες |
| Κλητική | εντορμία | εντορμίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →