εντουράς
•
- προφορικόκάποιος που οδηγεί μηχανή εντούρο ή έχει πάθος μʼ αυτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντουράς < εντούρο + -άς < αγγλική enduro
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντουράς | εντουράδες |
| Γενική | εντουρά | εντουράδων |
| Αιτιατική | εντουρά | εντουράδες |
| Κλητική | εντουρά | εντουράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →