Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντουράς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόκάποιος που οδηγεί μηχανή εντούρο ή έχει πάθος μʼ αυτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντουράς < εντούρο + -άς < αγγλική enduro

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεντουράςεντουράδες
Γενικήεντουράεντουράδων
Αιτιατικήεντουράεντουράδες
Κλητικήεντουράεντουράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →