εντροπία
•
- φυσικήτο μέτρο της άχρηστης ή διεσπαρμένης ενέργειας που δεν μπορεί να παράγει έργο σε ένα θερμοδυναμικό σύστημα όταν αυτό εξελίσσεται προς κατάσταση αταξίας Βικιλεξικό
- σύμβολίζεται με: S
- όλα τα φυσικά συστήματα … οδεύουν φυσιολογικά προς την αταξία και το χάος. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, η εντροπία θα αυξάνεται συνεχώς έως ότου κάποτε δεν θα υπάρχει πια άλλη ενέργεια για να μετατραπεί σε θερμότητα, η εντροπία θα φτάσει στη μέγιστη τιμή της … οπότε θα επέλθει και ο λεγόμενος «Θερμικός Θάνατος» του Σύμπαντος (Σιμόπουλος, Διονύσης Π. Η άνοιξη του σύμπαντος. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2018. σελ. 300)
- θεωρία της πληροφορίαςο βαθμός ανταγωνισμού δύο δυνατών απαντήσεων σε ένα ζητούμενο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη τάση προς αταξία, αποσύνθεση και αποδιοργάνωση, η ροπή προς την εξάντληση της ενέργειας, την παύση της ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντροπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία en- ( < αρχαία ελληνική ἐν) + trop- ( < (αρχαία ελληνική τροπή (στροφή, < τρέπω) + κατάληξη γερμανικά ή γαλλικά -ie ή αγγλικά -y ( < αρχαία ελληνικά -ία) < γερμανική Entropie, όρος δημιουργημένος από τον θεμελιωτή των νόμων της θερμοδυναμικής Rudolf Clausius (Ρούντολφ Κλάουζιους) τη δεκαετία του 1860. Δεν προέρχεται από την αρχαία λέξη ἐντροπία > ἐντροπή > ντροπή ή το ρήμα ἐντρέπω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντροπία | εντροπίες |
| Γενική | εντροπίας | εντροπιών |
| Αιτιατική | εντροπία | εντροπίες |
| Κλητική | εντροπία | εντροπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →